έτσι αλλάζει ο κόσμος

Τι είναι Θρησκεία; | Χριστιανική Φοιτητική Δράση

βίντεο μικρού μήκους της σειράς «πίσω απ' την εικόνα» αφιερωμένο στην υπέρβαση της ατεκνίας της μητέρας της παναγίας, αγίας άννας, στην σύλληψη και γέννηση της θεοτόκου. the post έτσι αλλάζει ο κόσμος appeared first on χριστιανική φοιτητική δράσ

2017-09-08 01:24:56  

ήταν άσπιλη η σύλληψη της θεοτόκου;

Τι είναι Θρησκεία; | Χριστιανική Φοιτητική Δράση

η θέση της ορθόδοξης εκκλησίας απέναντι στο ζήτημα περί της "ασπίλου συλλήψεως" της παναγίας the post ήταν άσπιλη η σύλληψη της θεοτόκου; appeared first on χριστιανική φοιτητική δράση.

2017-09-08 10:34:44  

ψήγματα

Θρησκεία = «ανάμνηση» τού θείου ή «διαφύλαξη, τήρηση» ; Religio

(< αρχ. ψῆγμα < ψήχω «βουρτσίζω – τρίβω, αποξέω» < *ψήω «τρίβω, λειαίνω», απ’ όπου και τα ψῆφος, ψωμί, ψώρα κ.ά.)

2017-09-01 09:02:25  

φλοίσβος

Θρησκεία = «ανάμνηση» τού θείου ή «διαφύλαξη, τήρηση» ; Religio

( αρχαία λέξη, από μια ρίζα *φελ- «φουσκώνω, διογκώνομαι», με ομόρριζα τα φλέβα, φαλλός, φλύαρος, φλύκταινα κ.ά.) = ελαφρός παφλασμός (τής θάλασσας)

2017-09-01 09:02:25  

υετός

Θρησκεία = «ανάμνηση» τού θείου ή «διαφύλαξη, τήρηση» ; Religio

(< αρχ. ὕει «βρέχει» + -ετός [παγ-ετός, συρφ-ετός]) = βροχή π.χ. «στο χθεσινό μετεωρολογικό δελτίο έγινε λόγος για υε

2017-09-01 09:02:25  

συνάδει

Θρησκεία = «ανάμνηση» τού θείου ή «διαφύλαξη, τήρηση» ; Religio

( < αρχ. συνάδω < συν + άδω «τραγουδώ μαζί - συμφωνώ») = αρμόζει, ταιριάζει π.χ. «μια τέτοια πολιτική δεν συνάδει με τις διακηρύξεις περί

2017-09-01 09:02:25  

αρύομαι

Θρησκεία = «ανάμνηση» τού θείου ή «διαφύλαξη, τήρηση» ; Religio

(< αρχ. αρύω «αντλώ», πιθανώς ομόρριζο τού ευρίσκω) = αντλώ π.χ. «από πού αρύεται τις πληροφορίες του, ώστε να μπορούν να θεωρηθούν

2017-09-01 09:02:25  

ξιφουλκώ

Θρησκεία = «ανάμνηση» τού θείου ή «διαφύλαξη, τήρηση» ; Religio

( < αρχ. ξιφουλκός < ξίφος + -ουλκός < έλκω) = τραβώ το ξίφος από τη θήκη του, ξεσπαθώνω π.χ. «μόλις τού πεις ότι αυτός φταίει, αμέσως ξιφουλκεί κα

2017-09-01 09:02:25  

λάκτισμα

Θρησκεία = «ανάμνηση» τού θείου ή «διαφύλαξη, τήρηση» ; Religio

( < λακτίζω «κλοτσώ» < αρχ. λάξ «με το πόδι», πρβλ. τη φράση πυξ λαξ «με γροθιές και κλοτσιές») = κλοτσιά, χτύπημα με το

2017-09-01 09:02:25  

τεκμαίρομαι

Θρησκεία = «ανάμνηση» τού θείου ή «διαφύλαξη, τήρηση» ; Religio

( < αρχ. τέκμαρ «σημείο, απόδειξη», πρβλ. τα ομόρριζα τεκμαρτό [εισόδημα], τεκμήριο) = συμπεραίνω, συνάγω∙ χρησιμοποιείται συχνά στο γ΄ πρόσωπ

2017-09-01 09:02:25  

μεμψιμοιρία

Θρησκεία = «ανάμνηση» τού θείου ή «διαφύλαξη, τήρηση» ; Religio

( < μεμψίμοιρος «παραπονιάρης, γκρινιάρης» < μέμφομαι «κατηγορώ» + μοίρα) = γκρίνια, παράπονα π.χ. «η μεμψιμ

2017-09-01 09:02:25  

ίζημα

Θρησκεία = «ανάμνηση» τού θείου ή «διαφύλαξη, τήρηση» ; Religio

( < αρχ. ἵζημα < ἵζω «κατακάθομαι»∙ πρβλ. καθ-ίζω, καθ-ιζάνω - καθ-ίζηση, συν-ιζάνω – συνίζηση) = κατακάθι π.χ.

2017-09-01 09:02:25  

ημιονηγός

Θρησκεία = «ανάμνηση» τού θείου ή «διαφύλαξη, τήρηση» ; Religio

( < ἡμίονος «μουλάρι» + -ηγός <ἄγω) = (παλαιότερα στον στρατό) οδηγός ημιόνων, μουλαράς π.χ. « παλαιότερα,

2017-09-01 09:02:25  

βότρυς, -υος

Θρησκεία = «ανάμνηση» τού θείου ή «διαφύλαξη, τήρηση» ; Religio

(αρχαία λέξη, πιθ. προελληνική, όπως και το άμπελος) = τσαμπί π.χ. « η παράσταση στο αγγείο απεικονίζει νέους που κρατούν στα χέρια τους και σηκώνουν ψηλά β

2017-09-01 09:02:25  

ενδίδω

Θρησκεία = «ανάμνηση» τού θείου ή «διαφύλαξη, τήρηση» ; Religio

( αρχ. ἐνδίδω < ἐν + δίδω «δίδω στα χέρια – παραδίδω – υποχωρώ», πβ. ομόρριζα ενδοτικός «υποχωρητικός» - ανένδοτος &laqu

2017-09-01 09:02:25  

παρωνύμιο

Θρησκεία = «ανάμνηση» τού θείου ή «διαφύλαξη, τήρηση» ; Religio

(< παρά + -ωνύμιο < αρχ. όνυμα = όνομα∙ πρβλ. τοπωνύμιο) = παρατσούκλι, παρανόμι π.χ.«πολλά οικογενειακά ονόματα έχουν προέλθε

2017-09-01 09:02:25  

νωδός

Θρησκεία = «ανάμνηση» τού θείου ή «διαφύλαξη, τήρηση» ; Religio

  (αρχαία λέξη νωδός < στερητ. νη- [όπως νηνεμία] + ὀδούς, ὀδόντος [το ο τού ὀδούς «δόντι» ετράπη σε ω-

2017-09-01 09:02:25  

σεμνύνομαι

Θρησκεία = «ανάμνηση» τού θείου ή «διαφύλαξη, τήρηση» ; Religio

( < σεμνός < *σεβ-νός, ομόρριζο τού σέβ-ας) = υπερηφανεύομαι, καυχιέμαι π.χ. «η πόλη μας σεμνύνεται ότι έχει αναδείξει πλήθο

2017-09-01 09:02:25  

οθνείος

Θρησκεία = «ανάμνηση» τού θείου ή «διαφύλαξη, τήρηση» ; Religio

( < οθν- [παράβαλε έθν-ος] + -είος κατά το αντίθετο οικ-είος) = ξένος, ξεν

2017-09-01 09:02:25  

καθεύδω

Θρησκεία = «ανάμνηση» τού θείου ή «διαφύλαξη, τήρηση» ; Religio

( < κατά + εὕδω «κοιμάμαι») = κοιμάμαι π.χ. «η ηγεσία τού υπουργείου καθεύδει, όταν είναι πασιφανές ότι πρέπε

2017-09-01 09:02:25  

中国古代文学 Global world news developer online documents developer online toolset Global E-commerce Global world images